Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2018

Λέξεις του τόπου μας, από το Γλωσσάρι ιδιώματος Δυτικής Θεσσαλίας και ευρύτερης περιοχής αυτής. ΔΕΛΤΑ

Του Ευαγγέλου Στάθη Φιλολόγου


Συνεχίζοντας την παρουσίαση μέρους από το λεκτικό – γλωσσολαογραφικό υλικό που αφορά τον τόπο μας, και το οποίο έχει καταγραφεί στο βιβλίο μου με τίτλο: «Γλωσσάρι ιδιώματος Δυτικής Θεσσαλίας και ευρύτερης περιοχής αυτής», γίνεται μια επιλογή λέξεων που αρχίζουν από το γράμμα Δ και παρουσιάζονται παρακάτω με αλφαβητική σειρά:

δαγκουσιά  και  δαγκουμασιά  η θηλ. ουσ. 1) το τραύμα των δοντιών όταν αυτά δαγκώσουν κάτι: μι δίνει  μνια δαγκουμασιά του σκλι ιδώεα στου πουδάρι, λαχτάρσα 2) η ποσότητα τροφής που γίνεται με ένα δάγκωμα, η χαψιά: νια δαγκουσιά κυδώνι – νια δαγκουσιά ψουμί.
δαμάλα  η θηλ. ουσ. η νεαρή αγελάδα, αυτή που δε γέννησε ακόμα· μεταφ. η σωματώδης γυναίκα
δαρτς  η αρσ. ουσ. γεωργικό εργαλείο, ξύλινο χοντρό ρόπαλο που το χρησιμοποιούσαν ως στούμπο: πού’νι η δαρτς να στουμπήσου λίγου του καλαμπούκι; 
δαυλίτς  η αρσ. ουσ. ο δαυλίτης· η χειρότερη ασθένεια του σταριού· το στάχυ γίνεται σαν κάρβουνο· το τρίβεις και γίνεται η παλάμη σου κατάμαυρη
δαχλεά  η θηλ. ουσ. η δαχτυλιά 1) το ίχνος, το αποτύπωμα του λερωμένου δάχτυλου: ακούμπσι (ακούμπησε) στουν τοίχου κι άφσι (άφησε) δαχλές 2) η ποσότητα που μπορείς να πάρεις με ένα δάχτυλο: πήρα νια δαχλεά βούτυρου
δγιαουλίζου  ρ. μεταβ. αόρ. δγιαόλτσα μέσ. δγιαουλίζουμι αόρ. δγιαουλίσκα  δγιαουλτζμένους· πειράζω, ερεθίζω κάποιον – θυμώνω, εξοργίζομαι: μη μι δγιαουλίειζ  κι συ τώρα, γιατί… – τι ήταν να μι πει έτσι, δγιαουλίσκα ένα ένα  κι’ γω
δγιασίδι  του ουδ. ουσ. το νήμα, το στημόνι που ετοιμάζεται για ύφανση στον  αργαλειό
δγιάστρα  η θηλ. ουσ. 1) η γυναίκα που διάζει το στημόνι  2) το εργαλείο με το οποίο διάζει, το διαστήρι
δγιάτα  η θηλ. ουσ. πληθ. οι δγιάτις· διαταγή, εντολή, παραγγελία: ούλου δγιάτις είνι, κι αυτός δεν κάνει  τίπουτι
δειλνίζου  ρ. αμετάβ. τρώω για δειλνό
δειλνός  η αρσ. ουσ. 1) απογευματινό φατητό, συνήθως λιτό και πρόχειρο: θα φκιάσου λίγου ξιδουπαπάρα για δειλνό  2) χρονικό διάστημα ανάμεσα στο μεσημέρι και στη δύση του ηλίου: τι κάθουμέστι; πάει δειλνός η ήλιους (και είναι ώρα για δουλειά)
δείπνους η αρσ. ουσ. 1) το βραδινό φαγητό: έφκιασάμαν λίγου πίτα απόψι για δείπνου 2) χρονικό διάστημα από το σούρωπο ως πριν τα μεσάνυχτα: μόλις έπισι (έπεσε) η δείπνους, άρχισι να χιουνίζει όξου 3) οι ώρες του νυχτερινού ύπνου: ό,τι  έπισάμαν να πλαϊάσουμι για δείπνου (να κοιμηθούμε) κι άξαμαν τη θύρα να βαρεί
δέοντα τα ουδ. ουσ. τα χαιρετίσματα, τα σέβη: ώρα καλή σ’ κι τα δέουντα στου σπίτισ’
δέση  η θηλ. ουσ.  πρόχειρο φράγμα για το κράτημα του νερού και στη συνέχεια την εκτροπή του στα χωράφια ή στα αυλάκια των κήπων για πότισμα
δημουσιά  η θηλ. ουσ. ο δημόσιος δρόμος που διασχίζει τα χωριά: πήρα τη δημουσιά κι έφτασα  αγλήγουρα – γιόμζι (γέμιζε) κόσμου η δημοσιά στα σιργιάνια

διβόλτσα  ρ. αορ. του ρ. διβολίζω· όργωσα το χωράφι για δεύτερη φορά, για να σπάσουν καλύτερα οι βόλοι του χώματος (οι μάζες)
διματικό  του ουδ. ουσ. χεριά σταχυών ή άλλων σχοινοειδών φυτών για το δέσιμο των δεματιών
δίμιρου  του ουδ. ουσ. μήκος ίσο με το άνοιγμα δυο δαχτύλων, του δείχτη και του αντίχειρα· έτσι μετρούσαν πρόχειρα και κατά προσέγγιση διάφορα μήκη: να υφάντς (υφάνεις) κι άλλου , δε φτάνει  αυτό, θέλει  τρία - τέσσερα δίμιρα ακόμα – του μέτρησα του κούτσικου κι  ψήλουσι ένα δίμιρου
διουρία  η θηλ. η διορία (και διωρία)· καθορισμένος χρόνος, προθεσμία: σι δίνου πέντι μέρις διουρία ακόμα
διπλάρκους  επίθ. η διπλάρκους η διπλάρκην του διπλάρκου  και διπλάρς διπλάρα διπλάρκου· ο δίδυμος: διπλάρκα αρνιά – η Στέργιους η διπλάρς – τα διπλάρκα τς Λένη (της Ελένης)
διπλαρώνου  ρ.  1) πλησιάζω κάποιον, τον πλευρίζω με σκοπό να του ζητήσω κάτι: γλέπου (βλέπω) η Γιώργους τουν διπλάρουσι τουν Δήμαρχου, κάτι θα θέλει 
διρμόνα  η θηλ. ουσ.  μεγάλο διρμόνι (βλ. λ.)· γεωργικό εργαλείο με κυκλική βάση και φαρδύ κόθορο (περίμετρο)· χρησιμοποιείται για να καθαρίζονται οι χοντροί κόκκοι (κουκιά, φασόλια) από ξένα σώματα, γι’αυτό οι τρύπες στη βάση είναι χοντρές
διρπάνι του και δερπάνι και δρεπάνι  ουδ. ουσ. το γνωστό κοφτερό θεριστικό εργαλείο 
διφτέρι  του  ουδ. ουσ. και τιφτέρι μικρό βιβλιαριάκι όπου κρατά κανείς λογαριασμούς, το κατάστιχο: γιουμάτου βιρισέδγια τού’χι τότι του διφτέρι η μπακάλτς, δεν είχαν παράδις τότι η κόσμους
διφτιράδι  του ουδ. ουσ. κυρίως στον πληθ. τα διφτιράδγια· τα δευτεράδια,  οι όψιμοι, οι τελευταίοι καρποί ενός δέντρου ή ενός φυτού: δεν έχει  άλλα σταφύλια η κληματαρεά, εα κάτι  διυτιράδγια έχει ακόμα
δράγγανου τα διμάτχια του τριφύλλι, δε μπουρείς να τα διματχιάεις
δράκους  η αρσ. ουσ. ο δράκος, η δράκα, όσο μπορεί να κρατήσει κανείς στη μία χούφτα του· δράκου έλεγαν οι παλιοί μια μεγάλη χεριά σταχυών, τα οποία δεν τα θέριζαν, αλλά τα άφηναν σε μια γωνία του χωραφιού για γούρι, για να καρπίσει του χρόνου το χωράφι το ίδιο, όπως και φέτος (λαϊκή δοξασία)
δράμι  του ουδ. ουσ. το δράμι· πολύ μικρή μονάδα βάρους  400 δράμια =1 οκά  1 δράμι = 3,203 γραμμ. : πουλύ τσιγγούνα, ούτι ένα δράμι  λάδι δε ρίχει  στου φαϊ τς’ – δεν έχει  δράμι  μνυαλό  στου κιφάλι τς
δρασκλιά  η θηλ. ουσ. η δρασκελιά: νια δρασκλιά τόπους – νια δρασκλιά αλάργα – αρχίντσι να ρίχει  κανα δγυό δρασκλιές του κούτσικου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

επικοινωνιστε μαζι μας