Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2017

Τα Χριστούγεννα παλιότερα στο Βαλτινό


Του Ευαγγέλου Στάθη Φιλολόγου

Μπορεί και σήμερα ακόμα στο χωριό να επιζούν αρκετές από τις παλιές γιορταστικές συνήθειες, αλλά εντελώς επιφανειακά και πολλές φορές αρκετά διαφορετικά από εκείνες. Οι συνθήκες και ο τρόπος της σημερινής ζωής με το σύγχρονο πολιτισμό έκαναν τα Χριστουγεννιάτικα έθιμα να χάσουν την παλιά τους σημασία, την παλιά τους αίγλη και μαγεία. Θέλουν χαρά και κέφι τα Χριστούγεννα, θέλουν μεράκι για γλέντι, θέλουν και λίγη φτώχεια και ανέχεια, έτσι, για να είναι ευκολότερο να ονειρευτούν ο κόσμος. Τα Χριστούγεννα θέλουν και πολύ κρύο.
Παραμονή Χριστουγέννων. Ο καιρός κρύος. «Έξω είναι ψόφος, βαρείς δόντι». Πολλές φορές το πασπάλιζε κιόλας για τα καλά, το ΄στρωνε και λίγο. Κι ο κόσμος ήταν χαρούμενος, γεμάτος κέφι, χαρά παντού. Τα ψώνια από τα Τρίκαλα κι από τα μαγαζιά του χωριού έχουν γίνει: πορτοκάλια, μήλα φερίκια, πολλά λεμόνια, ρύζι για σούπα, όχι και πολλά ψώνια. Έτοιμος ο παλιός ο κόκοτας για το μεγάλο, το χαλκωματένιο τον τέντζερη, ετοιμάζονταν κι οι κουραμπιέδες.


Τα μικρά ανυπομονούσαν να νυχτώσει και να ξημερώσει γρήγορα. Οι καμπάνες χτυπούσαν βαθιά χαράματα, κατά τις 4 περίπου. Δεν χρειαζόταν ρολόι για το ξύπνημα, αρκούσε ο χτύπος της καμπάνας. Ο ήχος της βαλτσινιώτικης καμπάνας ήταν αχνός κι αν δεν τον άκουγες , θα σε ξυπνούσε ο πολύ δυνατός της βαρμπομπίτικης καμπάνας, αρκεί να είχες ιδέα και το νου σου στο ξύπνημα και στην εκκλησία. Αμέσως οι νοικοκυρές «το ΄διναν» λίγο το φως της λάμπας που ήταν χαμηλωμένο και όλα τα σπίτια με μιας φεγγοβολούσαν και άρχιζαν αμέσως να ετοιμάζονται για την εκκλησία. Απ΄ όλα τα σπίτια, τις γειτονιές και τους μαχαλάδες έβγαιναν ο κόσμος και γέμιζαν οι δρόμοι οι κεντρικοί και η δημοσιά. «Διάλεγαν με τα μάτια τους» τις λάσπες και προχωρούσαν προσεχτικά προς την εκκλησία.
Και αμέσως η εκκλησία γέμιζε κόσμο. Γεμάτα τα στασίδια των αντρών, γεμάτοι οι διάδρομοι και το κέντρο, γεμάτο και το γυναικείο. Όλοι με ρούχα καλά και καθαρά, όλοι: παπάς, ψαλτάδες, μεγάλοι μικροί, ξεφτέρια, όλοι λαμπροφορεμένοι. Κεριά θυμιάμα, λεβάντα και ψαλμωδία συμπλήρωναν την γιορτινή ατμόσφαιρα».
-«Η γέννησίς σου, Χριστέ, ο Θεός ημών, ανέτειλε τω κόσμω το φως το της γνώσεως, εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο. Σε προσκυνείν..»
-«Δόξα  εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία».
«Η εκκλησία απολάει». Όλοι γυρίζουν χαρούμενοι στο σπίτι. Όλα τα μέλη της οικογένειας στρώνονται στο τραπέζι. Το φαγητό είναι ένα και το ίδιο σ’ όλα τα σπίτια: μπόλικη και παχιά αυγοκομμένη σούπα που έγινε από την παλιά την κότα ή τον παλιό τον κόκοτα.
Και κάποια έθιμα τηρούσαν οι παλιότεροι: «έρχονταν η πατέρα, απολώντα η εκκλησία, η μάνα, οι μεγαλύτεροι, όποιος. Έπαιρνε αλάτι, έριχνε στη φωτιά κι έλεγε: φέρω γεια, φέρω νύφες και γαμπροί, φέρω πρόβατα, αρνιά, κατσίκια, γελάδια, τηρρρ! τηρρρ τα πλάκια μ΄».

επικοινωνιστε μαζι μας