Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017

Λέξεις του τόπου μας, από το Γλωσσάρι ιδιώματος Δυτικής Θεσσαλίας και ευρύτερης περιοχής αυτής. ΓΑΜΑ



Του Ευαγγέλου Στάθη Φιλολόγου

Συνεχίζοντας την παρουσίαση μέρους από το λεκτικό – γλωσσολαογραφικό υλικό που αφορά τον τόπο μας, και το οποίο έχει καταγραφεί στο βιβλίο μου με τίτλο: «Γλωσσάρι ιδιώματος Δυτικής Θεσσαλίας και ευρύτερης περιοχής αυτής», γίνεται μια επιλογή λέξεων που αρχίζουν από το γράμμα Γ και παρουσιάζονται παρακάτω με αλφαβητική σειρά:

γαλατσιάρς  επίθ. η γαλατσιάρς η γαλατσιάρα του γαλατσιάρκου· αυτός που έχει πολύ ανοιχτό σώμα στο πρόσωπο και στο σώμα γενικώς, ο ασπρουλ άρης: γαλατσιάρς άνθρουπους, ντιπ ήσκιου ψλα τς  – κάτι γαλατσιάρκα βζια κι γαλατσιάρκα πουδάργια που έχει  αυτήν! (για ξανθιά και αφράτη γυναίκα)
γαλατχιάζου  ρ. μεταβ. ασπρίζω, ασβεστώνω: ζγώνει (ζυγώνει) του Πάσχα  να γαλατχιάσουμι λίγου τα τοίχια στου σπίτι. Παθητ. γαλατχιάζουμι αόρ. γαλατχιάσκα στη φράση γαλατχιάσκαν τ’αρνιά (ήπιαν πολύ γάλα και βαρυστομάχιασαν)
γαλί  ουδ. ουσ. πληθ. τα γαλιά· κατοικίδιο πτηνό με νόστιμο κρέας, η γνωστή γαλοπούλα. Σε πολλά μέρη το λένε και τίκι (τα τίκια), από το τιτίβισμα τικ! τικ! τικ! που κάνουν
γαλίκι του ουδ. ουσ. μεγάλο κοφίνι πλεγμένο με λουρίδες από καλάμι ή με βέργες λιγαριάς ή ιτιάς· ήταν απαραίτητο σκεύος για το μαντρί, τον αχυρώνα, την κουζίνα, την αποθήκη και για άλλες εργασίες, όπως π.χ. για μέτρο χωρητικότητας: ένα γαλίκι άχυρου, ένα γαλίκι καόνια (είδος πεπονιών), ένα γαλίκι σταφύλια
γαλότσα  η θηλ. ουσ. αδιάβροχη μπότα κοντή ή ψηλή, φτιαγμένη κυρίως από καουτσούκ· φθηνό και μάλλον ευτελές υπόδημα
γάρους  η αρσ. ουσ. το αλμυρό τυρόγαλο, η άλμη όπου διατηρείται το τυρί
γάστρα  η θηλ. ουσ. 1) το γνωστό μαγειρικό σκεύος που χρησιμοποιούνταν στα χωριά για το ψήσιμο ψωμιού και φαγητών 2) μεταφ. για την πολλή τη ζέστη του καλοκαιριού: πω!πω! ζέστα! γάστρα η ήλιους όξου
γατσεύου  ρ. αόρ. γάτσιψα· γατσεύουμι  γατσεύκα· για γάτες βατεύω: η γάτους εμ βατσεύει εμ σκούζει κιόλα – ιψέ γατσεύουνταν η γάτα απάν στα κιραμίδγια
γαυγάει   ρ. μεταβ. και αμετάβ. παρατ. γαυγούσα αόρ. γαύσα 1) γαυγίζω (για σκυλιά): γαυγάει  του σκλι, γαυγούσι κι χτε· γαύσι γαύσι, σταμάτσι ύστρα(ς) 2) στη φράση ε, γιε μ’, τι μι γαυγάς έτσι; τι σ’ έκανα; (γιατί με μαλώνεις;) 3) ήρθα να μι γαυγήεις (γαυγήσεις) λίγου του κριθαράκι  που έχου στου μάτι μ’ (από το στιχάκι γαυ! γαυ! κριθαράκι  που λέγεται σε ξόρκι για μικρό απόστημα που βγαίνει κοντά στη βλεφαρίδα)

επικοινωνιστε μαζι μας