Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Η ξεχασμένη γη του παππού Νικόλα



Μ​​έχρι τα 80 του χρόνια έπαιρνε την τσάπα του στον ώμο και πήγαινε πρωί πρωί στα κτήματα. Δεν έκανε τίποτα σπουδαίο, ήταν ένας άνθρωπος κουρασμένος και βαρύς. Μια φιγούρα αδύνατη με σκυφτούς τους ώμους και μαλλιά κάτασπρα σαν το χιόνι. Διάβαζες στο πρόσωπό του τις κακουχίες που έζησε η γεννημένη στις αρχές του προηγούμενου αιώνα γενιά.
Πήγαινε στα κτήματα για να «ξεγελαστεί» όπως έλεγε η γιαγιά. Ψευτοτσάπιζε, ξεχορτάριαζε, τον χειμώνα μάζευε λίγες ελιές, το καλοκαίρι αμύγδαλα, πότιζε το μικρό μποστάνι, δεν τον βαστούσαν πια τα πόδια του για σκληρές αγροτικές δουλειές. Καλά τα έλεγε η γιαγιά: Ξεγελιόταν... Γιατί σ’ όλη του τη ζωή βρισκόταν στην ύπαιθρο. Στα χωράφια του. Στη γη του. Αυτό ήξερε να κάνει. Να την περιποιείται κι αυτή του έδινε τη δυνατότητα να θρέψει, να μεγαλώσει, να σπουδάσει τα παιδιά του.
Τα παιδιά μεγάλωσαν, σπούδασαν, έφυγαν απ’ το χωριό, εκείνος έμεινε μέχρι το τέλος.

επικοινωνιστε μαζι μας