Τρίτη, 7 Νοεμβρίου 2017

Λέξεις του τόπου μας, από το Γλωσσάρι ιδιώματος Δυτικής Θεσσαλίας και ευρύτερης περιοχής αυτής


Του Ευαγγέλου Στάθη (φιλολόγου)

Το λεκτικό υλικό, γλωσσολαογραφικό κυρίως, του τόπου μας, αποτελεί βιωματική εμπειρία από την επικοινωνία με τους κατοίκους του χωριού μας. Γι’ αυτό φροντίσαμε, μαζί με τον γιό μου Κώστα, να το καταγράψουμε αυθεντικό, έτσι όπως το αντλήσαμε από τις ανεξάντλητες πηγές των παππούδων και γιαγιάδων, γέρων και γριών, όλων, μικρών και μεγάλων. Η εργασία αυτή αποτέλεσε το υλικό της έκδοσης του βιβλίου μας, με τίτλο: «Γλωσσάρι ιδιώματος Δυτικής Θεσσαλίας και ευρύτερης περιοχής αυτής».
Η γλώσσα αυτή, είναι αυτή που μιλιόταν παλιότερα αλλά και σήμερα ακόμη στα χωριά των Τρικάλων. Επειδή όμως δεν παρουσιάζει πολλές και πολύ μεγάλες διαφορές από εκείνη που μιλιέται και στην υπόλοιπη Θεσσαλία γενικότερα, μπορεί κανείς να πει ότι η γλώσσα αυτή δίνει εικόνα όλης της σύγχρονης θεσσαλικής διαλέκτου.
Από το βιβλίο μας αυτό λοιπόν, γίνεται μια επιλογή λέξεων και παρουσιάζονται παρακάτω με αλφαβητική σειρά:
αβρουχιάζου ρ. μεταβ. παθητ. αβρουχιάζουμι αόρ. αβρουχιάσκα 1) στήνω τα βρόχια: χαραούλα τ’άστσι (= τα έστησε) τ’αβρόχια 2) πιάνω, συλλαμβάνω κάποιον δια της βίας, με άγριο, με απειλητικό σκοπό: σαν τουν αβρουχιάζει κι τουν ρίχει κάτ’, πάρι κι τούτην, πάρι κι ’κείνην 3) ανταμώνω κάποιον με άγριες διαθέσεις: δε θα σεαβρουχιάσου πθινά; θα δείς!
αγγιλκάτους επίθ. η αγγιλκάτους η αγγιλκάτην τ’ αγγιλκάτου· ο ντελικάτος, ο λεπτός και ευαίσθητος στην κατασκευή: αγγιλκάτου φυτό, δεν αντέχει στη ζέστα κι στου κρύου 2) ο φιλάσθενος, ο ευαίσθητος, ο ευπαθής: δε γκουτάει να βγει όξου, ίσια κρυώνει, τόσου αγγιλκάτους είνι.
αγκούσα η θηλ. ουσ. και γκούσα 1) δυσκολία αναπνοής, δύσπνοια: έφαγι έφαγι κι ύστερα τουν έπχιασι αγκούσα 2) αρρώστια προβάτου, γνωστή και ως βρογχοκήλη: την έπχιασι αγκούσα την προυβατίνα κι γκουσουμανάει 3) το στομάχι των πουλιών, η «μάμα»
αγλέουρας η αρσ. ουσ. 1) υπερβολική ποσότητα φαγητού ή ποτού· τρώω μέχρι σκασμού: έφαγι τουν αγλέουρα τ’ 2) είδος δηλητηριώδους φυτού
άγνιστους επίθ. η άγνιστους η άγνιστην τ’ άγνιστου 1) λέγεται το μαλλί που δε γνέστηκε 2) στη φράση τ’ άγνιστα, τ’ αΰφαντα στην τέμπλα κριμασμένα (λέγεται σε περιπτώσεις που θεωρούμε κάτι ως γινωμένο, ενώ αργεί ή είναι δύσκολο να γίνει· κάτι σαν την παροιμία «ακόμα δεν τον είδαμε…»)

επικοινωνιστε μαζι μας