Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

Ιστορίες του χωριού «Η διαιώνιση του είδους»


Του Χάρη Αγγελή

Τέλος Μαΐου, μια Κυριακή πρωί μετά τον εκκλησιασμό, η Ελένη ετοιμάστηκε να πάει «ψωμί» στον τσομπάνο, που έβοσκε τα πρόβατα πέρα στην τοποθεσία Χαλκιές.
Αφού έβαλε το καπίστρι στο γομάρι, το σαμάρωσε και κρέμασε πάνω του τον τρουβά με το φαγητό και τη φτσέλα με το νερό, πήρε το καλάθι με τα απαραίτητα, το καρδάρι για το άρμεγμα των προβάτων και το γκιούμι για την μεταφορά του γάλακτος, πάτησε στο καρεκλάκι ανέβηκε κι έκατσε κι αυτή πάνω στο σαμάρι. Έπιασε με το ένα χέρι το σχοινί που ήταν δεμένο στο καπίστρι για να οδηγεί το ζώο και στο άλλο κρατούσε μια βέργα που την χτυπούσε στα καπούλια του ζώου για να περπατάει πιο γρήγορα...
Όταν έφτασαν στο ζευγαρολίβαδο το γομάρι ξαφνικά αφήνιασε. Άρχισε να γκαρίζει δυνατά και να τρέχει με τ αυτιά τσιτωμένα προς την γομάρα της κυρά - Πανάγιως, που βοσκούσε αργά - αργά το λιγοστό χορτάρι.


Παρά τις προσπάθειές της, η Ελένη, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το αφηνιασμένο αρσενικό, που σαν έφτασε κοντά στη γομάρα πήδηξε αμέσως πάνω στη ράχη της και έσφιγγε τα μπροστινά του πόδια, σαν να ήταν χέρια, στο αδύναμο κορμί της.
Τότε το σαμάρι έγειρε και η γυναίκα με τ αγγειά σωριάστηκαν στο χώμα.
Η γομάρα έμεινε ακίνητη, ανοιγόκλεινε τα σαγόνια της κι έτρεχαν σάλια από το στόμα της...
Αφού ολοκληρώθηκε η διαδικασία της διαιώνισης του είδους, το γομάρι στέκονταν φρόνιμο, με τ αυτιά κατεβασμένα και η γομάρα άρχισε πάλι να βόσκει στο λιβάδι…
Η Ελένη, ντράπηκε λίγο από τα σχολιαρόπαιδα, που έτυχε να παίζουν εκεί κοντά και βλέποντας το γεγονός σταμάτησαν το παιχνίδι και περίεργα αλλά και έκθαμβα κοίταζαν αυτό που συνέβαινε ξαφνικά μπροστά στα μάτια τους.
Ντράπηκε γιατί, όταν έπεσε η φουκαριάρα, μαζεύτηκε η φούστα της και φάνηκαν τα πόδια της πάνω από τα γόνατα.
Ύστερα αφού κατέβασε γρήγορα τη φούστα της σηκώθηκε φόρτωσε πάλι τ’ αγγειά, έπιασε το σχοινί και μπροστά αυτή, πίσω το ζωντανό, συνέχισαν πεζή το δρόμο τους...

επικοινωνιστε μαζι μας